Πέμπτη, Οκτωβρίου 19, 2006

The mirror in your eyes (Café Central)


Η 3 parties a day δημοσίευσε ένα post εδώ, που, τρεις μέρες τώρα, δεν λέει να φύγει απ’ τη σκέψη μου. Το κείμενο που ακολουθεί είναι η αντανάκλασή του στον καθρέφτη της φαντασίας μου.

--------

Δεν είχε ακόμη χαράξει κι ήταν ήδη κάτω απ’ το ντους, πάει καιρός που ξυπνούσε πριν το πρώτο φως προφτάσει να μπει σπίτι του. Η ώρα αυτή του άρεσε, ήταν τόσο ήσυχα, μπορούσε να μαζέψει τις σκέψεις του, να κάνει με άνεση το μπάνιο του, να πιει αργά αργά τον καφέ του, ν’ ακούσει τον αγαπημένο του σταθμό, να διαβάσει, να γεμίσει τις μπαταρίες του για τη μέρα που θ’ ακολουθούσε.

Σήκωσε τα μάτια του, κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Αυτό που είδε δεν του πολυάρεσε, είχε συνηθίσει όμως με τα χρόνια να μη δίνει και τόση σημασία. Στην πραγματικότητα, από καιρό είχε πάψει να κοιτιέται στον καθρέφτη, κι ας είχε στο σπίτι του περισσότερους από έναν. Ναι, καλοί ήταν οι καθρέφτες, όχι όμως με το είδωλό του μέσα, τους προτιμούσε άδειους, μόνους, νηστικούς, παραπονεμένους. Κι όταν στεκόταν αναγκαστικά μπροστά τους, για να ξυριστεί, να ντυθεί, να δέσει τη γραβάτα του, η ματιά του ήταν τυπική, γρήγορη, επαγγελματική, ψυχρή, σα να καθρεφτιζόταν κάποιος άλλος μέσα τους.

Σήμερα όμως δεν βιαζόταν να ντυθεί. Ίσως γιατί, όταν άνοιξε το παράθυρο, είδε τη μουντή ατμόσφαιρα, ένιωσε την υγρασία και κατάλαβε πως ο καιρός είχε αρχίσει ν’ αλλάζει για τα καλά και πως ο χειμώνας μάλλον είχε πάρει την απόφασή του, του ‘ρθε πάλι η επιθυμία να χωθεί κάτω απ’ τα σκεπάσματα και να μείνει εκεί, μέχρις ότου η μέρα φέξει για τα καλά.

Πάντα μπροστά στον καθρέφτη, πώς του 'ρθε κι άρχισε να ταξιδεύει προς τα πίσω, χρόνια πολλά, τότε που, ζώντας μόνο μέσα στο δικό του κόσμο, αγωνιούσε τόσο για την εικόνα του, καθρέφτιζε τον εαυτό του μέσα σε ξένα, γυναικεία μάτια, μα, πώς δεν έβλεπε πως κι αυτά κοιτούσαν με τον ίδιο τρόπο, όχι, τόση ήταν η ανασφάλειά του που, τι άγχος κι αυτό Θεέ μου, ακόμη και στις πιο όμορφες στιγμές συνέχιζε να βάζει κακούς βαθμούς σε ελέγχους, που κανένας όμως ποτέ δεν του 'στειλε.

Προσπάθησε ν’ αλλάξει σκέψεις, άπλωσε στο πρόσωπο αφρό κι άρχισε να ξυρίζεται. Μετά, μα τι τον έπιασε σήμερα, πήγε στην κρεβατοκάμαρα, στάθηκε μπροστά στον μεγάλο καθρέφτη, τον πιο ωραίο του σπιτιού, και κοίταξε παρατηρητικά τον γυμνό εαυτό του. Όχι, αυτό που έβλεπε εξακολουθούσε να μη του αρέσει, άλλωστε έτσι ήταν πάντα, γιατί θα 'πρεπε, ειδικά σήμερα, να ‘ναι διαφορετικά; Ναι, ήταν σίγουρος, αν το τζίνι που, κάποτε κάποτε φανταζόταν, ερχόταν, τώρα, μπροστά του, στις χάρες που θα του επιτρεπόταν να ζητήσει, έστω κι αν αυτές ήταν ελάχιστες, θα 'βρισκε χώρο και για κάποια αλλαγή στο κορμί του, στην εμφάνισή του, στην όψη του, τόσα υπήρχαν ν’ αλλάξει, όχι, δεν θα 'χανε την ευκαιρία.

Κράτησε τη σκέψη αυτή σα κομμάτι σοκολάτας στο στόμα του, μια ζωή ονειροπόλος, δεν ήταν σήμερα η κατάλληλη μέρα να σταματήσει. Άνοιξε τη ντουλάπα, διάλεξε κοστούμι, πουκάμισο, γραβάτα, κάλτσες, παπούτσια και, γυμνός, έκατσε στην άκρη του κρεβατιού. Η ματιά του κοίταξε με αυστηρότητα τα χέρια του, το στήθος του, τα πόδια του και, πάντα αποδοκιμαστική, στράφηκε πέρα και στάθηκε λίγο πάνω στο βιβλίο που ήταν ακουμπισμένο στο πάτωμα. «Δούναβης», του Κλαούντιο Μάγκρις. Πόσο τον αγαπούσε αυτό τον γλυκύτατο άνθρωπο, τι δεν θα ‘δινε να μπορούσε να τον συναντήσει μια μόνο φορά, να ‘πιναν έναν καφέ μαζί, στο Καφέ Σαντράλ, στην αγαπημένη του Τεργέστη, και κει, μόνοι τους σ' ένα γωνιακό τραπεζάκι, να τον άκουγε να μιλάει για τη Κεντρική Ευρώπη που χάθηκε, τους Αψβούργους, τις λαμπρές αυτοκρατορικές πόλεις, τη Βιέννη, την Πράγα, τη Βουδαπέστη, τη Μπρατισλάβα, τον Δούναβη, τα εδάφη που, στο πέρασμα των χρόνων, άλλαζαν σύνορα, στρατόπεδα, σημαίες και στρατούς, κατοικήθηκαν από διαφορετικούς ανθρώπους, έζησαν τόσους πολέμους, σημάδεψαν και σημαδεύτηκαν από την ιστορία, τη μοίρα του κόσμου που θα’ ταν σίγουρα διαφορετική αν, στην πάλη για τη γερμανική ενοποίηση, είχε επικρατήσει η Αυστρία κι όχι η Πρωσία. Κι όλα αυτά, τα λαμπρά και τα ένδοξα, αλλά και τ' άθλια και ματωμένα, να τα διηγείται με γλύκα, σοφία, κατανόηση, ανθρωπιά.

Άνοιξε το βιβλίο στην τύχη, κι έτσι, γυμνός πάντα, διάβασε για τον μύθο, με το όνομα «Το Τριαντάφυλλο», μύθο που έγραψε μια μαθήτρια της πρώτης δημοτικού και δημοσιεύτηκε τον Μάιο του 1973 στο δελτίο του δεύτερου Διδακτικού Κύκλου της Τεργέστης «Το παιχνίδι με τα αλογάκια – Εφημερίδα του Σαν Βίτο»: «Το Τριαντάφυλλο ήταν ευτυχισμένο. Τα πήγαινε καλά με τα άλλα λουλούδια. Μια μέρα το Τριαντάφυλλο αντιλήφθηκε ότι είχε μαραθεί κι ότι θα πέθαινε. Είδε ένα λουλούδι χάρτινο και του είπε: Ω, τι ωραίο τριαντάφυλλο που είσαι! –«Μα εγώ είμαι χάρτινο» -«Ξέρεις όμως ότι εγώ πεθαίνω;» Και το Τριαντάφυλλο μετά πέθανε και δεν ξαναμίλησε».

Άφησε το βιβλίο στο κρεβάτι, δεν μπορούσε να συνεχίσει, ένιωθε συγκλονισμένος. Κοίταξε πάλι στον καθρέφτη, η εικόνα του είχε χαθεί, στη θέση του έβλεπε τη μικρή συγγραφέα αυτού του αριστουργήματος, ένα τόσο δα πλασματάκι, 6, άντε το πολύ 7 χρονών, να στέκεται μέσα στην κορνίζα και να του χαμογελάει.

Ο χρόνος σταμάτησε, το δωμάτιο γέμισε γλύκα, έπαψε να βλέπει το κορμί του, στην πραγματικότητα δεν ένιωθε καν πως είχε, ξέχασε τις ατέλειες, τα άγχη, τις φοβίες, τα παράπονα, χάθηκαν οι ανασφάλειες, η λεπτομέρεια ξεθώριασε κι αυτός, για πρώτη φορά εδώ και καιρό, γέμισε ουσία, ζέστη, ομορφιά. Της μίλησε, την ευχαρίστησε για το παραμύθι, που, ήταν σίγουρος, γι αυτόν το 'χε γράψει, και που, πώς τα κατάφερε τόσο μικρή, μέσα του είχε κλείσει την ποίηση και τη σοφία όλου του κόσμου, μα, πιο πολύ την ευχαρίστησε για τον κόπο που έκανε να του το φέρει σπίτι, τόσος δρόμος είναι απ' την Τεργέστη και, όπως είπαμε, είχε πιάσει και χειμώνας, έστω και λίγος.

Τον κοίταξε στα μάτια, χαμογέλασε. Κι έπειτα, σιωπηλή, έκανε μια βόλτα στο δωμάτιο, το ενδιαφέρον της τράβηξε μια ξύλινη, ασήμαντη, χρωματιστή γατούλα, την πήρε μαζί, μπήκε πάλι στον καθρέφτη, έφυγε, χάθηκε.

Σηκώθηκε, ξανακοίταξε το κορμί του, ξαφνικά βρήκε να του αρέσει, το άγγιξε όπως ποτέ, ναι, μπορεί, αντικειμενικά, να είχε ατέλειες, όμως, γι αυτόν, ήταν το τέλειο περίβλημα, δεν θα μπορούσε να' ναι διαφορετικό, αν είναι δυνατόν, τόσα χρόνια μπροστά στα μάτια του και να μην το ‘χει δει ...

Ούτε κατάλαβε πότε ντύθηκε, η μέρα τον περίμενε, ήπιε την τελευταία γουλιά καφέ, άνοιξε την πόρτα κι ενώθηκε με το πλήθος.

9 σχόλια:

ladybug είπε...

Απλώς...εκπληκτικό.

3 parties a day είπε...

Antvol,
μεγάλη μου τιμή η αναφορά σου στο ποστ μου. Με σκλάβωσες.

Χαίρομαι που σε ενέπνευσε να γράψεις το "The mirror in your eyes".

Γράφεις καταπληκτικά, αλλά θα στό'χουν ξαναπεί αυτό, βάζω στοίχημα...

synas είπε...

Η γραφή σου μού θύμισε τον Thomas Mann...

Eleni63 είπε...

εγώ παραμένω σταθερή αναγνώστης σου από καιρό. Πολύ ενδιαφέρον κείμενο παρότι δεν έχω διαβάσει το ΄Δούναβη ούτε το παραπεμπόμενο κείμενο ακόμη. Πάω να το δω και αυτό. Αλλά και ο διάλογος είναι δημιουργικότατος.

antvol είπε...

Ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια, με κάνουν να νιώθω όμορφα, πολύ περισσότερο που, όπως έχω πει και σε προηγούμενο post, η σκέψη να ακυρώσω το blog αυτό μου τριβελίζει διαρκώς το μυαλό.

Το κείμενο το έγραψα βιαστικά, αργά τη νύχτα, μετά από 12 ώρες δουλειά, πίνοντας λίγο κόκκινο κρασί (και κρυώνοντας), παρά τις ατέλειές του όμως σκέφτομαι να το αφήσω ήσυχο, όπως ακριβώς είναι ...

Μήνες τώρα με είχε συναρπάσει το υπέροχο παραμύθι που διηγείται ο Μάγκρις, και "Οι μικρές στιγμές δόξας" της 3 parties a day αποτέλεσε τον καταλύτη, ώστε οι δύο αυτές ιστορίες να σμίξουν στον καθρέφτη της φαντασίας μου.

dodos είπε...

"...η σκέψη να ακυρώσω το blog αυτό μου τριβελίζει διαρκώς το μυαλό"
Ελπίζω να μη το κάνεις, θα είναι κρίμα...

andy dufresne είπε...

Eξαιρετικό κείμενο.

Και αναπάντεχο θα έλεγα.

Με βάση την εικόνα που είχα σχηματίσει από το μπλογκ του ΝΔ.

Ωστε εκτός από τη λογική υπάρχει και ευαισθησία.

Και μάλιστα κεντροευρωπαϊκού τύπου.

Εύχομαι καλή δύναμη.

antvol είπε...

andy dufresne said...
Eξαιρετικό κείμενο.
Και αναπάντεχο θα έλεγα.
Με βάση την εικόνα που είχα σχηματίσει από το μπλογκ του ΝΔ.
... Ωστε εκτός από τη λογική υπάρχει και ευαισθησία.
---

Andy, όπως καλά όλοι ξέρουμε, οι άνθρωποι έχουμε πολλές και διαφορετικές πλευρές, τμήμα κι αυτό της γοητείας μας. Κι όχι μόνο πλευρές που συνδυάζονται όμορφα κι αρμονικά (όπως τόσο ωραία κατέγραψε η εξαιρετική Jane Austen), αλλά και πλευρές που η μια προσπαθεί να εκμηδενίσει την άλλη, που βρίσκονται σε διαρκή αντίθεση και πάλη και που εναλλάσσονται στην "εξουσία" για μικρά ή μεγάλα χρονικά διαστήματα.

Αλλά στο θέμα αυτό αξίζει ίσως να επανέλθουμε.

andy dufresne είπε...

Δεν είναι τυχαίο ότι "γωριστήκαμε" στου ΝΔ...